Παρασκευή 27 Μαρτίου 2020

Η κανονικότητα του έκτακτου. Για την «εξ αποστάσεως εκπαίδευση»

Το σημείωμα που ακολουθεί είναι ατελές. Πρόκειται για την πρόχειρα ρετουσαρισμένη εκδοχή μιας εν θερμώ τοποθέτησης στο ζήτημα της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης», που δεν έχει ούτε το χρόνο (η ταχύτητα με την οποία ξεδιπλώνεται η πραγματικότητα είναι αρκετά μεγάλη) ούτε το χώρο (μιας και οι μαζικές διαδικασίες εξαερώθηκαν) για να ελέγξει τον εαυτό της σε όλες τις παραμέτρους και να φωτίσει κάθε πλευρά του ζητήματος. Μιας, όμως, και η ιντερνετική οδός είναι ακόμη ανοιχτή, έκρινα σκόπιμο να το δημοσιεύσω στο blog. Αυτή είναι και η δουλειά του blog, άλλωστε.

Το θέμα που μας απασχολεί, αυτό της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης» δεν είναι ένα ζήτημα έκτακτης ανάγκης ή απλά τεχνικό. Γι’αυτό και η σύντομη πρόταση στην οποία καταλήγω στηρίζεται στις παρακάτω, σχετικά αναλυτικές, βασικές παραδοχές. Τα παρακάτω σημεία, εκτός από οριοθέτηση της συλλογιστικής μου, είναι φυσικά και βήματα προς την ίδια την πρόταση. Αυτό θα διευκολύνει τόσο την κατανόηση όσο και τη συγκεκριμένη και δημιουργική προσβολή της επιχειρηματολογίας μου από όποιον/α το επιθυμεί.

1.

Το Σχολείο είναι ένας χώρος δημοκρατικής, ισότιμης, κοινωνικοποιημένης μάθησης. Για να προλάβω τον εξυπνάκια, η κατηγορική δήλωση του «είναι» μπορεί να μετατρέπεται στην κατηγορική προσταγή του «πρέπει να είναι». Σε κάθε περίπτωση, αυτό είναι το Σχολείο στο όνομα του οποίου μιλάω εγώ. Από τη δεκαετία του ’90 και δώθε έχει καταβληθεί στον ευρωπαϊκό χώρο μεγάλος κόπος για να αλλάξει αυτή η οπτική για το Σχολείο. Η νέα αυτή οπτική είναι ένα Σχολείο ως χώρος συντονισμού παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, και μάλιστα με τους όρους που θέτει η Αγορά. Το αν τασσόμαστε με τη μία ή την άλλη πλευρά (δυσυχώς, σ’αυτό το σημείωμα δεν υπάρχει ο χώρος για την πλήρη ανάπτυξη του τι σημαίνει το ένα και το άλλο), έχει να κάνει με την απάντηση που δίνουμε σε μια σειρά από κεντρικά ζητήματα (Αξιολόγηση-Κατηγοριοποίηση σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών, Αυτονομία της Σχολικής μονάδας, Προγράμματα σύνδεσης με την Παραγωγή και την Αγορά, Εξετάσεις και Πιστοποίηση), αλλά και σε ζητήματα όπως αυτό που μας απασχολεί σήμερα. Είμαι από κείνους που υπερασπίζονται το Σχολείο όπως το περιέγραψα στην αρχή. Για την ακρίβεια, πιστεύω ότι η δεύτερη άποψη δεν αντιστοιχεί σε Σχολείο, αλλά σε σούπερ-μάρκετ δεξιοτήτων.

2.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στις ανακοινώσεις τόσο της ΟΛΜΕ, όσο και των συνδικαλιστικών παρατάξεων, δεξιών και αριστερών, για το θέμα θα δει ότι σημαντικό μέρος της συζήτησης αναλώνεται στο εάν το πρόγραμμα της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης» μπορεί να πραγματοποιηθεί με την υπάρχουσα υποδομή ή όχι. Για να μην το κουράζουμε, η απάντηση είναι καθαρά ΟΧΙ. Όποιος/α έχει έστω και μικρή εμπειρία από το τι σημαίνει να προσπαθείς έστω και να συνδεθείς στο σχολικό δίκτυο σε μέρα με σχετικό φόρτο, καταλαβαίνει (μιλάμε για την ανάγκη να καλυφθούν εκατοντάδες ταυτόχρονες τηλεδιασκέψεις των 20+ ατόμων η καθεμία, χώρια τα ασύγχρονα μαθήματα). Αν συνυπολογιστεί εδώ η γενική έλλειψη πόρων λόγω «καραντίνας», παίρνουμε μια ιδέα. Όμως, το αν κανείς είναι υπέρ ή κατά της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης» δεν μπορεί να συναρτάται με το αν μπορεί να καλυφθεί τεχνικά σήμερα. Το γιατί ισχύει αυτό έχει να κάνει με το παρακάτω σημείο.

3.

Η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» ήρθε για να μείνει. Και όχι, δεν ήρθε ως έκτακτη και αναγκαστική απάντηση στην πανδημία. Η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» είχε προταθεί αρκετές φορές στο παρελθόν, αλλά ειδικά στην αρχή της τρέχουσας σχολικής χρονιάς ως συστηματικός τρόπος κάλυψης των μεγάλων ελλείψεων σε εκπαιδευτικούς, ειδικά σε απομακρυσμένες περιοχές και σχολεία με λίγα παιδιά. Έχει σημασία να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν μιλάμε για την «ηλεκτρονική τάξη», που έτσι κι αλλιώς εκμεταλλεύονται πολλοί συνάδελφοι για την επικοινωνία τους με τα παιδιά (παρακολούθηση βίντεο, παιχνίδι με εφαρμογές, ανάθεση εργασιών ή υποβολή τους για έλεγχο κλπ), αλλά για ένα συνολικό πρόγραμμα «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης», που υποκαθιστά την κανονική λειτουργία του Σχολείου. Αποδοχή, από την πλευρά της κοινωνίας, της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης» ως έκτακτο μέτρο σήμερα, σημαίνει απλά και καθαρά (θα πρέπει να είναι κανείς ολοκληρωτικά ηλίθιος για να μην το βλέπει ή ξεδιάντροπα ψεύτης για να κάνει πως δεν το βλέπει) αποδοχή της ως μέτρο για κάθε χρήση αύριο. Εάν, δηλαδή, αποδεχτούμε σήμερα ότι το Σχολείο μπορεί να υποκατασταθεί από την κάμερα, τότε ήδη έχουμε περάσει στην εποχή όπου το Σχολείο έχει υποκατασταθεί από την κάμερα. Από την άποψη αυτή, θεωρώ πως μικρή σημασία έχει το αν το πρόγραμμα θα πραγματοποιηθεί σήμερα ή όχι. Μπορεί το δίκτυο να καταρρεύσει, μπορεί οι συνδέσεις και η υποδομή να μην υπάρχουν, μπορεί τα ίδια τα παιδιά να το απαξιώσουν ως χαμένο χρόνο, αλλά δεν έχει πραγματική σημασία από τη στιγμή που το υπουργείο θα μπορεί να βγει στα ΜΜΕ και να ισχυριστεί ότι το πρόγραμμα προχώρησε (η εκτίμησή μου αυτή είχε διατυπωθεί πριν μάθω ότι πράγματι η υπουργός μίλησε κάπου για συμμετοχή 80% στο πρόγραμμα…αύριο μπορεί να πει για 200%, το ίδιο είναι…).

4.

Το Σχολείο δεν συνδιαλέγεται με την «κοινή γνώμη». Ποτέ. Όποτε έχει γίνει αυτό, ουσιαστικά καταργήθηκε ο ρόλος του Σχολείου. Καμία κεντρική ή ατομική άποψη για τα σχολικά θέματα και την παιδαγωγική πράξη δεν μπορεί να έχει ως συνομιλητή τον αχταρμά προλήψεων, παρανοήσεων, εκλογικεύσεων, συντηρητισμού και κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας, που ονομάζεται «κοινή γνώμη». Η «κοινή γνώμη» τέσσερα χρόνια τώρα ήθελε τα προσφυγόπουλα μακριά από τα σχολεία, η «κοινή γνώμη» θεωρούσε την πίστη της ως επαρκή λόγο για να λειτουργεί το Σχολείο ως Κατηχητικό, η «κοινή γνώμη» απαιτούσε απόσυρση της συζήτησης για τις έμφυλες ταυτότητες. Ακόμη, η «κοινή γνώμη» έχει τη χειρότερη άποψη για τους εκπαιδευτικούς και το εργασιακό τους καθεστώς. Τέλος, η «κοινή γνώμη» διαμορφώνεται συχνά υπό την επήρεια ενός τοξικού συνδυασμού κοινωνικής μνησικακίας και φτηνού ατομικού συμφέροντος. Δεν επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου, τόσα χρόνια στη Δημόσια Εκπαίδευση, τη συνδιαμόρφωση άποψης ούτε με κείνον που εν μέσω χιονοθύελλας παραπονιέται για τα κλειστά σχολεία και τους τεμπέληδες εκπαιδευτικούς, ούτε με κείνον που εξοργίζεται γιατί το παιδί του έμαθε στο μάθημα της Βιολογίας ότι μπορεί να δώσει και να πάρει αίμα από έναν Αφρικάνο, Αλβανό ή Κινέζο. Έτσι, η όποια συζήτηση σήμερα για το κλείσιμο των σχολείων μέσα στην πανδημία, την αναμόρφωση του προγράμματος, τη διδακτέα/εξεταστέα ύλη, τις εξετάσεις κλπ δεν μπορεί να γίνει ούτε υπό την ηθική πίεση του χαρακτηρισμού «τεμπέλης», ούτε υποταγμένη στον απόλυτα δικαιολογημένο προβληματισμό για το πώς θα απασχοληθούν ποιοτικά(τι σημαίνει αυτό;) τα παιδιά στις μέρες του αποκλεισμού, ούτε φυσικά μπροστά στον ορίζοντα του εξεταστικού Μινώταυρου.

5.

Η σημερινή συζήτηση για την «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» μπορεί να γίνεται με τα σχολεία κλειστά και με πολύ σφιχτά μέτρα περιορισμών των δραστηριοτήτων σε κάθε τομέα, μα γίνεται στην αρχή της κρίσης για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε ακόμη την πολυτέλεια και την ψυχραιμία να συζητάμε μετρώντας πολύ λιγότερα κρούσματα και ανθρώπινες απώλειες σε σχέση με άλλες χώρες. Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ «κάπως» θίγοντας αυτό το θέμα, κάθε λογικός άνθρωπος θα έπρεπε να βλέπει ότι -εάν δεν συμβεί ένα θαύμα που να εξαιρεί την Ελλάδα από το γενικό κανόνα- σύντομα θα μιλάμε με άλλα δεδομένα. Σε δύο μήνες από τώρα -όταν κανονικά τα παιδιά θα πήγαιναν για τις Πανελλαδικές- εκείνος που θα μιλάει με όρους «κάλυψης της ύλης» και «κανονικότητας» θα είναι απλά ηλίθιος, κυνικός ή κάθαρμα. Με λίγα λόγια, θεωρώ εξαιρετικά προβληματικό το να σκίζεται κανείς (υποκριτικά θεωρώ) για τα παιδιά της Γ’Λυκείου, που πηγαίνουν για Πανελλαδικές και άρα και για την ύλη που δεν θα καλυφθεί, χωρίς να βλέπει ότι ούτε οι συνθήκες θα είναι για εξετάσεις τότε, αλλά ούτε και η ψυχική κατάσταση των παιδιών θα είναι για εξετάσεις (δεν θέλω να επεκταθώ γιατί δεν θέλω να πάρει μακάβρια τροπή το σημείωμα αυτό). Η συζήτηση για τα παιδιά και τις ανάγκες τους θα έπρεπε να κοιτάζει μακριά, και σίγουρα χωρίς να καμωνόμαστε ότι μπορούμε να διατηρήσουμε την «κανονικότητα».

6.

Στο ελληνικό σχολείο υπάρχει η Αγία Διδακτέα Ύλη και το δισκοπότηρό της, οι Εξετάσεις. Αυτά τα δύο ιερά η εκπαιδευτική Αριστερά θα έπρεπε να τα έχει απορρίψει από καιρό (ένα μέρος της το έχει κάνει). Αυτό που στα μυαλά των ανθρώπων γίνεται προσπάθεια να εντυπωθεί ως αμετάβλητο και καθορισμένο από τη Φύση (η διδακτέα Ύλη και η ικανότητα του παιδιού να την αφομοιώσει), στην πραγματικότητα είναι πεδίο πολιτικής (ταξικής, σε τελική ανάλυση) πάλης. Εκείνοι που σήμερα εμφανίζονται ως υπερασπιστές του αμετάβλητου της Ύλης, δεν είχαν ούτε μια κουβέντα να πουν όταν η ύλη διαμορφωνόταν έτσι ώστε να ταιριάζει στους διαθέσιμους εκπαιδευτικούς, ώστε να υπηρετεί τις μνημονιακές περικοπές. Ακόμη, η αφοσίωσή τους στο αμετάβλητο της Ύλης δεν τους εμπόδιζε να ζητούν από τηλεοράσεως και άμβωνος την αλλαγή της, όταν δεν τους ταίριαζε ιδεολογικά. Όσο για τις Εξετάσεις, αυτή την εγκληματική διαδικασία ταξικού κοσκινίσματος και συμμόρφωσης των παιδιών, μ’αυτές θα έπρεπε να έχουμε ξεμπερδέψει από καιρό (σ’αυτό το blog έχω γράψει πάρα πολλές φορές για την ανοησία των εξετάσεων και τη ζημιά που κάνουν στην Α’βάθμια και Β’βάθμια Εκπαίδευση, άρα δεν θα επεκταθώ εδώ).

7.

Ο δυτικός καπιταλισμός είναι σε υποχώρηση. Εδώ και τριάντα χρόνια, στερημένος από δημιουργικές δυνάμεις, τρέφεται με νεκρή σάρκα. Η μόνη καινοτομία της εποχής μας είναι η κανονικοποίηση των έκτακτων καταστάσεων. Από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, από τη νίκη του καπιταλισμού και δώθε έχουμε ζήσει αρκετές τέτοιες («Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία» διεθνή και εγχώριο, «Μεγάλη Εθνική Εκστρατεία της Ολυμπιάδας», παγκόσμιο οικονομικό κραχ και Μνημόνια κλπ). Ποια μέτρα που πάρθηκαν στο πλαίσιο αυτών των έκτακτων καταστάσεων αποσύρθηκαν με την κάμψη της έντασής τους; κανένα! Επιπλέον, παγκόσμια η Εκπαίδευση έχει υποταχτεί στην Αγορά και έχει η ίδια μετατραπεί σε μια ιδιότυπη αγορά. Αυτή η αγορά βλέπει όλη αυτή την ανοησία της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης» σαν ξερολούκουμο. Εάν η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» περάσει σήμερα ως έκτακτο μέτρο, από το Σεπτέμβρη κιόλας κάθε αίτημα του εκπαιδευτικού κόσμου για προσλήψεις θα είναι άκυρο. Είναι αστείο και τραγικό συνάμα -σε κάθε περίπτωση απόλυτα κουτοπόνηρο- αυτό που διαβάζουμε στην ανακοίνωση του ΠΑΜΕ περί αποδοχής με «υπευθυνότητα» του προγράμματος της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης», με την προϋπόθεση ότι δεν θα παγιωθεί. Τι περίεργη φαντασίωση ή άλλοθι αδράνειας!

8.

Η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» είναι αναμφισβήτητα ένα εργαλείο. Όμως αυτή η φράση είναι λογικά ασαφής, δεν περιέχει κανένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Όταν κανείς λέει ότι κάτι είναι εργαλείο, πρέπει να μας πει και για ποια εργασία είναι αυτό το εργαλείο. Έτσι, λοιπόν, οδηγούμαστε στην αρχή του συλλογισμού, στο σημείο 1, όπου αναδείχνεται το βασικό ερώτημα που πρέπει να καθοδηγεί τη στάση μας: η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» (όπως προτείνεται, και όχι όπως φαντασιώνεται κανείς ότι θα μπορούσε να προτείνεται) υπηρετεί τη δημοκρατική, ισότιμη, κοινωνικοποιημένη μάθηση ή τη λογική της παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών;


Ποια θα μπορούσε να είναι η θέση των εργαζομένων στην Εκπαίδευση;

Λέω «ποια θα μπορούσε» και όχι «ποια μπορεί» γιατί θεωρώ ότι το παιχνίδι τελείωσε πριν ακόμη ξεκινήσει (από αδράνεια, από ανεπάρκεια ή από απλό και καθαρό ξεπούλημα): η ΟΛΜΕ, καθώς και οι παρατάξεις που εκπροσωπούνται στο ΔΣ της (πλην των Παρεμβάσεων, που διαφοροποιήθηκαν, αλλά και πάλι όχι στο βαθμό που θα περίμενε κανείς) τοποθετήθηκαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (θα πούμε δυο λόγια παρακάτω) υπέρ της «εξ αποστάσεως εκπαίδευσης».

Ας ξεκινήσουμε με μια χρήσιμη ταυτολογία: «Όταν το Σχολείο κλείνει, το Σχολείο είναι κλειστό». Αυτό σημαίνει ότι α) αποδεχόμαστε ότι ο χαρακτήρας της τρέχουσας κρίσης είναι τέτοιος που τα σχολεία πρέπει να παραμείνουν κλειστά, και ότι β) δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να υποκαταστήσει τη λειτουργία του Σχολείου. Η υπουργός Παιδείας έριξε το σύνθημα «το σχολείο έκλεισε, το μάθημα συνεχίζεται», όμως αυτό το σύνθημα είναι ένας παραλογισμός με ψυχολογική μόνο λειτουργία, ας πούμε αναπτέρωσης κάποιου ηθικού. Όμως, ας μην γελιόμαστε, αυτό που ξεσκέπασαν οι τελευταίες μέρες δεν είναι η επιθυμία να «συνεχιστεί το μάθημα», μα α) η (δικαιολογημένη, όπως είπαμε παραπάνω) αγωνία για το αν τα παιδιά θα παρασυρθούν σε μια ρουτίνα νωθρότητας ή μη ποιοτικών απασχολήσεων (ποιος το καθορίζει αυτό, άραγε;), και β) το απίστευτο άγχος που γεννά η κυριαρχία των κάθε λογής εξετάσεων, και ειδικά των Πανελλαδικών, σ’ολόκληρη τη σχολική -αλλά και την προσωπική και οικογενειακή- ζωή. Εδώ δεν χωρούν περιστροφές: όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός στο διάγγελμά του έκανε λόγο για δίμηνο περιορισμών, και μάλιστα κλιμακούμενων, είναι αστείο να υποκρινόμαστε ότι η σχολική χρονιά θα κλείσει κανονικά. Απέναντι σ’αυτή την πραγματικότητα η μόνη ρεαλιστική πρόταση είναι να κλείσει η διδακτέα ύλη στη μέχρι την αναστολή της λειτουργίας των σχολείων διδαχθείσα, οι προαγωγικές και απολυτήριες εξετάσεις να ακυρωθούν, και οι Πανελλαδικές να πάνε για αργότερα με αισθητά μειωμένη εξεταστέα ύλη. Όλα αυτά, ανεξάρτητα από το εάν θα μας δοθεί η δυνατότητα να ανοίξουμε τα σχολεία αργότερα στο καλοκαίρι, και κάθε εκπαιδευτικός θα έχει τη δυνατότητα να κάνει επανάληψη σε όσα ζητήματα θεωρεί ότι χρειάζεται. Αυτή είναι μια πραγματικά υπεύθυνη στάση προς τα παιδιά. Εδώ ας κάνουμε μια παρένθεση. Εδώ και κάποιες μέρες, η μηχανή της αστικής προπαγάνδας και ο κοινωνικός αυτοματισμός της πιπιλίζουν το παραμύθι «εάν οι εκπαιδευτικοί είναι υπεύθυνοι και δεν είναι τεμπέληδες, ας κάνουν μάθημα από την κάμερα». Απαντώ χωρίς περιστροφές: επειδή ακριβώς οι εκπαιδευτικοί στεκόμαστε με υπευθυνότητα και αγάπη απέναντι στους μαθητές/ριες μας, πρέπει να παλέψουμε ώστε αυτοί/ες να περάσουν τούτη την κρίση με το λιγότερο δυνατό κόστος. Να απαλλαγούν από το άγχος των εξετάσεων και της ύλης, να μείνουν στο σπίτι φροντίζοντας την ασφάλεια και την υγεία τους και των δικών τους. Επίσης, εάν το εκπαιδευτικό συνδικαλιστικό κίνημα είχε λίγη τσίπα, αντί να δίνει στην αστική τάξη και την «κοινή γνώμη» διαπιστευτήρια υπευθυνότητας, θα έπρεπε να βάλει τις όποιες δυνάμεις του στην αλληλεγγύη μεταξύ των εργαζομένων, στη λυσσαλέα μάχη να μην πληρώσει η εργατική τάξη την κρίση αυτή. Τι υποκριτική «υπευθυνότητα» είναι αυτή που καμώνεται ότι «το μάθημα συνεχίζεται» όταν οι γονείς απολύθηκαν ή δουλεύουν διπλά; (και τα δυο αυτά θα είναι φαινόμενα της κρίσης, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για το αντίθετο), όταν οι γονείς θα χτυπούν απεγνωσμένα την πόρτα ενός συστήματος υγείας που θα έχει ξεπεράσει τα όριά του; Αλλά μιας και τα λέμε όλα εδώ, ας πούμε και κάτι ακόμη: πώς πρέπει να χαρακτηριστεί εκείνος που ζητάει να συνεχιστούν όλα κανονικά, όταν ξέρει ότι το παιδί του, επειδή εκείνος πλήρωσε, έχει καλύψει την ύλη στο φροντιστήριο από πέρυσι ή όταν ξέρει ότι ένα σημαντικό μέρος των παιδιών δεν έχει ούτε τον εξοπλισμό ούτε τη σύνδεση που απαιτείται για τα καμερομαθήματα; (εδώ ας σημειώσουμε ότι η διαβεβαίωση της υπουργού ότι τα παιδιά έχουν την υποδομή είναι εντελώς αυθαίρετη) Νομίζω ότι το λιγότερο που μπορούμε να πούμε είναι ότι κάτι τέτοιο συνιστά αντικοινωνική συμπεριφορά. Σίγουρα βρομοκοπάει ταξικό προνόμιο (Πραγματικά, ακόμη κι αυτός ο λόγος μόνο, η κατάφωρη παραβίαση της ισοτιμίας, θα έπρεπε να κάνει την όποια Αριστερά να αντιταχθεί στο πρόγραμμα αυτό. Ποια Αριστερά, θα μου πεις…). Γνωρίζω πως η άποψη αυτή δεν θα είχε ιδιαίτερη αποδοχή στην αρχή (είναι ένας από τους λόγους που η όποια εκπαιδευτική Αριστερά υποτάχτηκε και σ’αυτή την περίπτωση), μα είναι η μοναδική πρόταση που θα μπορούσε να αποτελέσει έναν άξονα αντίστασης σήμερα, μια αντιπρόταση που θα έβαζε μπροστά τα γενικά συμφέροντα των εργαζομένων. Ας μην γελιόμαστε, τα αφεντικά βλέπουν την πανδημία ως το έδαφος πάνω στο οποίο θα προωθήσουν το πρόγραμμά τους, και το ίδιο οφείλουμε να κάνουμε κι εμείς. Φαντάζομαι ότι δεν πιστεύει κανείς πως αν εμείς «μείνουμε σπίτι», το ίδιο θα κάνουν και τα αφεντικά, έτσι ως ένα ταξικό fair play.

Ένας μικρός επίλογος, περί αλληλεγγύης.

Το να πει κανείς ότι υποχωρεί, καμιά φορά δεν είναι κακό. Το να έχει υποταχτεί, και να βαφτίζει την υποταγή του νίκη, αυτό είναι ασυγχώρητο. Διαβάζω πολλά κείμενα, ανακοινώσεις, σχόλια αριστερών φίλων και συλλογικοτήτων, που αγωνιούν για το πώς αυτή τη δύσκολη στιγμή θα πραγματώσουν την αλληλεγγύη προς τα παιδιά και τις οικογένειές τους. Βγάζω το καπέλο σ’εκείνους που το εννοούν πραγματικά, αλλά τους λέω πως αν πιστεύουν πως ο δρόμος για να το κάνουν αυτό είναι η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση», τότε κάνουν ένα τραγικό και εγκληματικό λάθος. Το ζήτημα της αλληλεγγύης έχει ταλαιπωρήσει την Αριστερά μας τα τελευταία χρόνια και έχει αναδείξει την ιδεολογική της φτώχεια και την πολιτική της ανημπόρια. Και η βασική αιτία γι’αυτό είναι η απροθυμία της (απροθυμία που έχει και, ή κυρίως, υλικές βάσεις) να ανυψωθεί σε κείνο το σημείο που θα ξεπεράσει τον ορίζοντα του Κράτους. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’αυτό μπορούμε να βρούμε πάλι μέσα από την Εκπαίδευση: μια μεγάλη συζήτηση και αναταραχή στην εκπαιδευτική Αριστερά μέσα στα μνημονιακά χρόνια είναι η ιδέα των «μαθημάτων αλληλεγγύης», που πασπαλίστηκαν με θεωρίες του τύπου «το καθήκον του αριστερού εκπαιδευτικού είναι να βοηθήσει τα παιδιά του λαού να περάσουν στο Πανεπιστήμιο». Τα μαθήματα αυτά, παρότι πέτυχαν σε ικανοποιητικό βαθμό, όπου επιχειρήθηκαν, αυτό το στόχο, όχι μόνο δεν πήγαν τη συνείδηση των «παιδιών του λαού» ένα βήμα παραπέρα, αλλά στερέωσαν ακόμη περισσότερο την παντοδυναμία των Πανελλαδικών εξετάσεων. Λοιπόν, αλληλεγγύη στις χαραμάδες που αφήνει το Κράτος δεν υπάρχει. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει την «εξ αποστάσεως εκπαίδευση», ένα εργαλείο ταιριαστό για το σχολείο σούπερ-μάρκετ, για να στήσει «εναλλακτικά μαθήματα», δίκτυα αλληλεγγύης (μέχρι και για νέο ΕΑΜ διαβάσαμε, κανείς δε μας λυπάται πλέον…) και άλλα τέτοια, όχι μόνο υπηρετεί τα αφεντικά στα σχέδιά τους, αλλά μάλλον τους προσφέρει και διασκέδαση.

Να διευκρινίσω, κλείνοντας, ότι αυτά δεν έχουν να κάνουν με την προσωπική στάση του καθενός και καθεμιάς από μας και τη σχέση μας με τους μαθητές και τις μαθήτριές μας. Εννοείται πως είμαστε όπως είμαστε πάντα στη διάθεση των παιδιών, να επικοινωνήσουμε με τις οικογένειές τους (στην Α’βάθμια είναι κάπως πιο εύκολο αυτό) για ό,τι μπορούμε να προσφέρουμε. Δεν θα πει κανείς μας όχι σε παιδιά που θα ζητήσουν μια πρόταση για ένα ντοκυμανταίρ, για μια δραστηριότητα ή πείραμα στο σπίτι, πολλοί από μας θα δανείσουν με προθυμία τα βιβλία τους (ίσως θα μπορούσαν οι σχολικές βιβλιοθήκες να ανοίγουν μια φορά τη βδομάδα για το σκοπό αυτό, αντί όλος αυτός ο πλούτος να σαπίζει). Όμως δεν συζητάμε αυτό.

Κλείνω. Αν όλα αυτά που γράφω παραπάνω είναι ανοησίες, αν ο δρόμος προς την «εκπαίδευση των αναγκών μας» περνά μέσα από την «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» του υπουργείου, αν η μιζέρια η οποία κατατρώει την εκπαίδευση εδώ και χρόνια χρειάζεται αυτό το άλμα στη γιαλαντζί modernity, ας μη διστάσουμε. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει προοδευτική πρόταση που τη λέμε στα μουλωχτά. Ας το γράψουμε στα λάβαρα του κομμουνιστικού και του εκπαιδευτικού κινήματος, κι ας πάμε στο προλεταριάτο μ’αυτή την πρόταση και πρόγραμμα. Λοιπόν, ας σοβαρευτούμε. Ας μάθουμε κάποια φορά επιτέλους να ζυγίζουμε τα πράγματα όχι έτσι αφηρημένα σαν καλές ή κακές ιδέες, μα ενταγμένα στις κοινωνικές διεργασίες που υπηρετούν. Είναι αυτή η ματιά που με πείθει ότι η «εξ αποστάσεως εκπαίδευση» είναι ένα ακόμη καρφί στο φέρετρο μιας Δημόσιας Εκπαίδευσης, που βιάζονται να την δηλώσουν πεθαμένη. Κι αυτό το καρφί εγώ δεν θέλω να το βάλουμε, ούτε υπό το φόβο μήπως και μας πουν τεμπέληδες, ούτε για να ξεφύγουμε από την πολιτική απομόνωση, ούτε για να εισπράξουμε το χειροκρότημα μιας ξεπεσμένης κοινωνίας λαίμαργης για ηλίθιες καινοτομίες, δεξιότητες, αριστείες, και φούσκωμα του βιογραφικού της υπερπολύτιμης επένδυσης που λέγεται «παιδί».

Λευτέρης Παπαθανάσης
μέλος της Ενωτικής Αριστερής Παρέμβασης
Εκπαιδευτικών ΔΕ νομού Ιωαννίνων
19/3/2020

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2020

Να αποσυρθεί το νομοσχέδιο που εξισώνει τα ιδιωτικά κολέγια με τα Δημόσια Πανεπιστήμια!


Η κυβέρνηση της ΝΔ, με τις διατάξεις που πρόσθεσε αιφνιδιαστικά την Παρασκευή το βράδυ στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια, προωθεί τη δυνατότητα χιλιάδων αποφοίτων ιδιωτικών κολεγίων να εισαχθούν άμεσα στην προκήρυξη της γενικής αγωγής. Η εξέλιξη αυτή θα εξισώσει de facto τα ιδιωτικά κολέγια με τα δημόσια πανεπιστήμια, θα οδηγήσει στην ανεργία χιλιάδες αναπληρωτές συναδέλφους, στην πλήρη εμπορευματοποίηση της τριτοβάθμιας και στην υποβάθμιση των πανεπιστημιακών πτυχίων. Ήδη, η προώθηση του αντιδραστικού και νεοφιλελεύθερου νόμου Γαβρόγλου για τον τρόπο πρόσληψης των εκπαιδευτικών (προσοντολόγιο) και στη γενική αγωγή με την τελευταία προκήρυξη αμφισβητεί και απαξιώνει τα επαγγελματικά δικαιώματα, το πτυχίο και την προϋπηρεσία. Ηδη χιλιάδες απολύσεις είναι γεγονός στην ειδική αγωγή με την αντίστοιχη προκήρυξη, με τις ανακατατάξεις στους πίνακες και τους αποκλεισμούς. Η αναγνώριση των πτυχίων των ιδιωτικών κολλεγίων καθιστά πλέον το τοπίο αφόρητα εφιαλτικό!
Η κυβέρνηση  ενισχύει με όλους τους τρόπους  την ιδιωτική εκπαίδευση, τους επιχειρηματίες και τους σχολάρχες, εμπορευματοποιεί τα πτυχία  και επιτίθεται στη δημόσια εκπαίδευση κατασυκοφαντώντας με κάθε ευκαιρία την ίδια, τους εκπαιδευτικούς και τους /τις μαθητές /τριες. Συγκεκριμένα, το σχέδιο νόμου «Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘ.Α.Α.Ε.), Ειδικοί Λογαριασμοί Κονδυλίων Έρευνας Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Ερευνητικών και Τεχνολογικών Φορέων και άλλες διατάξεις», ανάμεσα σε άλλα:
  • Προβλέπει τις προσλήψεις στο δημόσιο, μέσω ΑΣΕΠ, πτυχιούχων ιδιωτικών κολεγίων που είναι παραρτήματα αναγνωρισμένων ΑΕΙ του εξωτερικού (ΕΕ ή τρίτης χώρας).
  • Επανιδρύει την Αρχή Αξιολόγησης στα ΑΕΙ με αυξημένες αρμοδιότητες.
  • Προβλέπει εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση στα ΑΕΙ και συνδέει το 20% της χρηματοδότησής τους με την Αξιολόγηση, άρα δεν είναι δεδομένο.
  • Αναστέλλει τη λειτουργία 37 τμημάτων ΑΕΙ που ήταν να ξεκινήσουν από το 2020-21.
  • Μετατρέπει ξανά την 30η Ιανουαρίου σε γιορτή από αργία στην πρωτοβάθμια και το επεκτείνει και στη Δευτεροβάθμια
  • Αυξάνει την τιμωρία των διοριζόμενων αν παραιτηθούν σε τρία χρόνια.
Τι σημαίνουν τα παραπάνω;
  • Τη στιγμή που υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες αδιόριστοι εκπαιδευτικοί, απόφοιτοι Πανεπιστημίων, η κυβέρνηση με διάταξη που κατατέθηκε προς ψήφιση στη Βουλή κάνει δεκτά τα πτυχία κολεγίων για τον διορισμό εκπαιδευτικών στο δημόσιο. Δηλαδή, καταργεί από το παράθυρο το άρθρο 16 του Συντάγματος βάζοντας από την πόρτα τα επί πληρωμή πτυχία από κάθε φύσης ιδιωτικά κολέγια. Με βάση το άρθρο 50, ο ΑΣΕΠ θα κάνει δεκτούς τους τίτλους σπουδών της αλλοδαπής (άρα και των ιδιωτικών κολεγίων που λειτουργούν ως παράρτημά τους) για τον μόνιμο διορισμό εκπαιδευτικών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα δημόσια σχολεία, ακόμη και αν οι υποψήφιοι δεν έχουν εξασφαλίσει την ακαδημαϊκή αναγνώριση των πτυχίων τους μέσω ΔΟΑΤΑΠ. «Τα πτυχία θα γίνονται δεκτά εφόσον αναγνωριστούν από τον ΔΟΑΤΑΠ ή σύμφωνα με το Π.Δ 38/2010 ή απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με συναφή τίτλο σπουδών για κλάδο εκπαιδευτικού».
  • Η κυβέρνηση από τη μια δρομολογεί μείωση του αριθμού των εισακτέων και βάση του 10 για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια, επιβολή Τράπεζας Θεμάτων από την Α΄ Λυκείου και Εθνικού Απολυτηρίου και επικαλούμενη την ανάγκη να ανέβει το μορφωτικό επίπεδο μαθητών και φοιτητών, στο όνομα μιας κατ’ επίφαση αριστείας και από την άλλη εξισώνει επαγγελματικά δικαιώματα δημόσιων ΑΕΙ και ιδιωτικών κολλεγίων και δίνει το δικαίωμα στους αποφοίτους των τελευταίων να διοριστούν/προσληφθούν στο δημόσιο. Οι μαθητές και οι μαθήτριες θεωρούνται ανεπαρκείς για το δημόσιο πανεπιστήμιο, αλλά επαρκείς για τα ιδιωτικά κολλέγια όπου η βάση εισαγωγής είναι μηδέν.
  • Το 80% της τακτικής επιχορήγησης των ΑΕΙ θα κατανέμεται βάσει κριτηρίων που έχουν να κάνουν με τον συνολικό αριθμό των εγγεγραμμένων φοιτητών, το εκτιμώμενο ετήσιο κόστος σπουδών ανά φοιτητή, τη διάρκεια των προγραμμάτων σπουδών και το μέγεθος αλλά και τη γεωγραφική διασπορά του ιδρύματος, ενώ το 20% θα κατανέμεται «με βάση ενδεικτικούς δείκτες ποιότητας και επιτευγμάτων, στους οποίους επιλέγει να αξιολογηθεί κάθε ΑΕΙ». Μεταξύ αυτών είναι η αριθμητική σχέση των αποφοίτων προς τους εισερχόμενους φοιτητές, ο αριθμός των μελών του επιστημονικού προσωπικού που επιτυγχάνουν να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά κονδύλια και ο αριθμός των αλλοδαπών φοιτητών.
  • Η χρηματοδότηση των ΑΕΙ με αξιολόγηση θα οδηγήσει στην υποβάθμιση πανεπιστημίων, σε συγχωνεύσεις τμημάτων ή ακόμη και σε κατάργηση σχολών εφόσον τα Ιδρύματα θα είναι αναγκασμένα να κυνηγούν κονδύλια και αλλοδαπούς φοιτητές (!) για να εξασφαλίσουν μέρος των κρατικών πόρων. 
  • Η αξιολόγηση των ΑΕΙ καταδεικνύει με σαφήνεια τι θα ακολουθήσει με την αξιολόγηση των σχολικών μονάδων και των εκπαιδευτικών. Οι δηλώσεις της υπουργού περί μη τιμωρητικής αξιολόγησης μόνο ως κακόγουστο ανέκδοτο ακούγονται πλέον.
  • Η 30η Γενάρη μετατρέπεται σε ημέρα υποχρεωτικής κατήχησης εντός των διδακτικών αιθουσών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Επιπλέον, για δεύτερη φορά (η πρώτη αφορούσε στην επιλογή σημαιοφόρων στα Δημοτικά), το Υπουργείο εισάγει στην διοίκηση της εκπαίδευσης την «καινοτομία» της …προοικονομίας, καθώς εκδίδει εγκυκλίους που, παραβιάζοντας κάθε δικονομική λογική, ορίζουν τη σχολική ζωή με βάση αυτά που αναμένεται ότι ΘΑ ψηφιστούν από τη Βουλή. Αντιδημοκρατική και επικίνδυνη τακτική – αλλά ποιος περίμενε κάτι διαφορετικό από την κυβέρνηση Μητσοτάκη;
Σε μια συγκυρία που μετά τις γιορτές υπάρχουν ακόμη 1000 κενά στην β/θμια, ο Μητσοτάκης εισήγαγε στρατό σε σχολεία της Κάσου για να κάνει… πληροφορική, συνάδελφοι σκοτώνονται για μια ακόμη φορά πάνω στο καθήκον επιστρέφοντας από το σχολείο στο σπίτι τους στον οδικό άξονα Πατρών-Πύργου, η εκπαιδευτική κοινότητα πρέπει να αρνηθεί την «κανονικότητα» των δεκάδων χιλιάδων κενών κάθε χρόνο, των πολυπληθών τμημάτων, της εργασιακής περιπλάνησης σε πολλά σχολεία, των ανύπαρκτων υποδομών, των εξευτελιστικών μισθών, της πενιχρής ασφαλιστικής και συνταξιοδοτικής κάλυψης, των επαπειλούμενων αξιολογήσεων-απολύσεων, του νέου σχολείου της αγοράς και να αφυπνισθεί άμεσα πριν οι εξελίξεις φτάσουν σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή.
Ο κάθε συνάδελφος πρέπει να πάρει τις ευθύνες του απέναντι στη νεοφιλελεύθερη/νεοσυντηρητική καταιγίδα που εξαπολύει η κυβέρνηση στην εκπαίδευση. Ο μόνος που μπορεί να ορθώσει εμπόδια ανυπέρβλητα στην κυβερνητική επιθετικότητα είναι ένα μαζικό πανεκπαιδευτικό κίνημα. Απαιτείται, άμεσα, οι Ομοσπονδίες, οι Σύλλογοι ΠΕ και οι ΕΛΜΕ, οι φοιτητικοί σύλλογοι, οι γονεϊκοί φορείς να πάρουν θέση. Να οργανωθεί άμεσα πανεκπαιδευτική απεργία και πανελλαδική κινητοποίηση. Να επιστρέψουμε στους δρόμους του αγώνα, στις διαδηλώσεις, στις γενικές συνελεύσεις και να πάρουμε την υπόθεση στα χέρια μας, όπως το Γενάρη του 2019: αδιαμεσολάβητα, μαζικά, μαχητικά.
14/1/20

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Μερικές καθαρές κουβέντες για τα σχέδια μετεγκατάστασης του Μουσικού Σχολείου


Τα μέλη της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ αισθανόμαστε την ανάγκη να τοποθετηθούμε ξεχωριστά από την ανακοίνωση της πλειοψηφίας του ΔΣ της ΕΛΜΕ Ιωαννίνων για το ζήτημα του Μουσικού Σχολείου, καθώς θεωρούμε ότι δεν αντιστοιχεί στην παρούσα πρόκληση για την εκπαιδευτική κοινότητα της περιοχής μας. Την ανακοίνωση αυτή η παράταξή μας δεν την υπερψήφισε.



Ας μας επιτραπεί, για λόγους σαφήνειας, να τοποθετηθούμε μέσα από μερικά σύντομα σημεία

1.
Τα σχέδια μετεγκατάστασης του Μουσικού Σχολείου εκτός του αστικού χώρου των Ιωαννίνων είναι για μας μέτρο χτυπήματος του συγκεκριμένου σχολείου. Όποια και να είναι η ιστορία πίσω από την εξέλιξη αυτή (και φαίνεται ότι έχει ζουμί...), όποια τα επιμέρους στοιχεία της και οι ιδιαιτερότητές της, αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο της μνημονιακής αθλιότητας, που πατάει πια το δέκατό της χρόνο. Η μετεγκατάσταση αυτή θα οδηγήσει νομοτελειακά στο μαράζωμα του σχολείου.

2.
Η μη-καταλληλότητα του κτηρίου στο οποίο σήμερα στεγάζεται το Μουσικό, στο βαθμό που αυτή τεκμηριώνεται από τους ειδικούς, είναι πρόβλημα. Πρόβλημα, όμως, που δεν οδηγεί αναγκαστικά στη «λύση» της μετεγκατάστασης στην Περίβλεπτο.

3.
Στη δημόσια εκφρασμένη απαίτηση παραγόντων του Δήμου Ιωαννιτών, που απευθύνεται στο Σύλλογο Διδασκόντων του Μουσικού, τους Μαθητές/ριες και κηδεμόνες, στην ΕΛΜΕ και σε οποιονδήποτε άλλο αντιδρά, να κατατεθούν προτάσεις για το πού θα μπορούσε να στεγαστεί το Μουσικό, η (μονότονη, αλήθεια, αλλά η μόνη με βάση τις ανάγκες μας) απάντησή μας είναι: Θέλουμε σχολεία της γειτονιάς, σχολεία σύγχρονα και ασφαλή, με όλους τους χώρους και τις υποδομές που απαιτεί η εποχή μας. Η μνημονιακή αθλιότητα, που σφραγίστηκε μεταξύ άλλων με την κατάργηση του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων, δεν μπορεί να κανονίζει τις λαϊκές ανάγκες. Καμία άλλη πρόταση, λοιπόν, όχι μόνο για το Μουσικό, αλλά για τα περισσότερα σχολεία της περιοχής, που στεγάζονται σε αντίστοιχα ακατάλληλα κτήρια (θυμίζουμε ενδεικτικά την μεγάλη περιπέτεια του 1ου Λυκείου...).

4.
Στην απάντηση των κάθε λογής παραγόντων του τόπου «δεν υπάρχουν χρήματα», αποκρινόμαστε «να τα βρείτε από κείνους που τόσα χρόνια τώρα μας ξεζούμισαν για να ξελασπώσουν από την Κρίση που οι ίδιοι δημιούργησαν. Να τα βρείτε στις Τράπεζες, στους Εφοπλιστές, στην εκκλησιαστική περιουσία».

5.
Η απαίτηση να μπουν στο κάδρο της «λύσης» μαθητές/γονείς/εκπαιδευτικοί δεν είναι άσχετη με τη γενικότερη πολιτική κατεύθυνση για την Εκπαίδευση, όπως αποτυπώνεται στις σχετικές εκθέσεις του ΟΟΣΑ, που υπηρετήθηκε πιστά από κάθε μέχρι σήμερα κυβέρνηση, πρασινο-μπλέ προχθές, ροζ-μαύρη χθες, γαλαζόμαυρη σήμερα. Η περιβόητη «αυτονομία» των σχολείων, τα σχέδια για χρηματοδότηση ανάλογα με τις επιδόσεις είναι το άμεσο μέλλον που μας ετοιμάζουν. Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη υπάρχουν σχολεία, που προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις κτηριακές τους ανάγκες στράφηκαν σε χορηγούς, ακόμη και γνωστές πολυεθνικές εταιρίες, που φυσικά άδραξαν την ευκαιρία για λίγη διαφήμιση.
6.
Καταδικάζουμε με τον πιο απόλυτο τρόπο την ανακοίνωση του Δήμου Ιωαννιτών (που σύμφωνα με δημοσιεύματα στο γιαννιώτικο τύπο έγραψε ο ίδιος ο Δήμαρχος), στην οποία παρουσιάζονται οι εκπαιδευτικοί του Μουσικού ως διακινητές ψευδών ειδήσεων και υποκινητές των μαθητικών αντιδράσεων. Η αποστροφή αυτή στην ανακοίνωση -εάν δεν είναι απλά ένα προπαγανδιστικό τρυκ σαν αυτά που συνηθίζουν οι κάθε λογής πολιτευτές- δείχνει πόσο μικρή σχέση με την Εκπαίδευση έχουν εκείνοι που αποφασίζουν για το μέλλον της. Κανείς, κύριε Δήμαρχε, δεν έχει ανάγκη υποκίνησης όταν ζει, εργάζεται, σπουδάζει κάτω απ'αυτές τις συνθήκες. Ξέρετε, οι άνθρωποι έχουν κρίση! Όσο για τους εκπαιδευτικούς, που παρουσιάζετε ως ιδιοτελείς προπαγανδιστές, είναι εκείνοι που με το φιλότιμό τους κρατούν τα σχολεία της χώρας όρθια, τη στιγμή που το Κράτος τα έχει ξεγραμμένα.

7.
Δεν θα μπορούσε να λείπει από την υπόθεση αυτή η Εκκλησία. Αποτελεί το διαχειριστή των ακίνητων αυτών περιουσιών και εισπράττει πολλές χιλιάδες ευρώ ως ενοίκιο (ναι, δεν ισχύει αυτό που πολλοί συμπολίτες μας νομίζουν, ότι τα κτήρια αυτά παραχωρούνται δωρεάν για τις ανάγκες της Εκπαίδευσης!). Ακόμη κι αν δεν πιστέψουμε τις αναφορές ότι η στάση της έχει απώτερα κίνητρα (μένει να αποδειχθεί στο μέλλον, φυσικά), η επιλογή της να μην αναλαμβάνει την ευθύνη της συντήρησης των περιουσιών που διαχειρίζεται είναι τουλάχιστον προβληματική. Σ'αυτή τη φάση του προβλήματος, η Εκκλησία θα μπορούσε να δώσει μια -έστω και προσωρινή- λύση με την προϋπόθεση ότι θα έβαζε το χέρι στη μεγάλη της τσέπη.

8.
Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο την κοινότητα του Μουσικού. Η εποχή μας δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Τόσα και τόσα επεισόδια έχουν πια αποδείξει ότι εμείς, τα παιδιά μας, η Εκπαίδευση, η Υγεία, η ασφάλιση είναι απλά αναλώσιμα, καύσιμα για μια μακάβρια φωτιά που συντηρεί έναν καπιταλισμό που έχει πεθάνει και σαπίζει πάνω μας. Η συσπείρωση στα σωματεία, η ανάδειξη μια άλλης πολιτικής πρότασης της πραγματικής Αριστεράς δεν είναι μια άδεια κουβέντα, είναι όρος ζωής.

9.
Τέλος, και μια και μιλάμε για τα σωματεία. Προκαλεί μεγάλο προβληματισμό η επιλογή της πλειοψηφίας του ΔΣ της ΕΛΜΕ Ιωαννίνων να προχωρήσει σε μια «στρογγυλεμένη» ανακοίνωση, να μην μπει στην υπόθεση με όλες τις δυνάμεις της και με την ένταση που απαιτεί το πρόβλημα. Πάνω απ'όλα, κρίνουμε ως απαράδεκτη την αδιαφορία της πλειοψηφίας να καταδικάσει τις ύβρεις της δημοτικής αρχής προς τους συναδέλφους/ισσες του Μουσικού. Ελπίζουμε ότι αυτή η απροθυμία δεν υποκρύπτει άλλους σχεδιασμούς και εξαρτήσεις (ας μας επιτραπεί η καχυποψία, δεν έχουμε δει και λίγα!). Η ΕΛΜΕ, το κάθε σωματείο, δεν υπάρχει για να «συμμερίζεται ανησυχίες», μα για να ενώνει, να οργανώνει, να δίνει προοπτική στον αγώνα των εργαζομένων για τη ζωή. Δεν μπορεί μετά από δέκα χρόνια μνημονίων, αθλιότητας, συμπυκνωμένων αρνητικών πολιτικών εμπειριών, αλλά και ελπιδοφόρων αντιστάσεων τα σωματεία μας να περιορίζονται στο ρόλο του σχολιαστή.

Όλοι/ες στον αγώνα για μια Εκπαίδευση για όλο το λαό!


Ενωτική Αριστερή Παρέμβαση

εκπαιδευτικών ΔΕ ν. Ιωαννίνων

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Οι υπουργικές εξαγγελίες και ο βαθύς ύπνος της ΟΛΜΕ...

Υπουργός και υφυπουργός Παιδείας, με απανωτές τους δηλώσεις και συνεντεύξεις τις τελευταίες ημέρες, ανακοινώνουν τα μέτρα που πρόκειται να φέρουν προς ψήφιση στη Βουλή γύρω από τα θέματα της εκπαίδευσης, μέτρα που στο σύνολό τους αποτελούν αντιγραφή της παλιότερης, αποτυχημένης -λόγω της σφοδρής αντίδρασης των εκπαιδευτικών- προσπάθειας του Αρβανιτόπουλου, και μάλιστα στην πιο σκληρή της έκδοση.
Έτσι, η υφυπουργός, υπέρμαχος της «αριστείας», δηλώνει ότι αποτελεί πρόβλημα ο υψηλός αριθμός αριστούχων μαθητών στα δημόσια σχολεία (παραβλέποντας, βέβαια, ότι την ίδια ώρα από τα ιδιωτικά αποφοιτούν όλοι σχεδόν με άριστα) και για αυτό θα «τιμωρήσει», αρχικά με επιμόρφωση(!), τους εκπαιδευτικούς που μοιράζουν απλόχερα το «άριστα». Με το επιχείρημα αυτό ως δικαιολογία εξήγγειλε την πιο σκληρή μορφή αξιολόγησης των εκπαιδευτικών: ο εκπαιδευτικός θα αξιολογείται από τις επιδόσεις των μαθητών του! Τι κι αν η επίδοση των μαθητών, σύμφωνα με την ίδια την παιδαγωγική επιστήμη, συνδέεται στενότατα με το κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον από το οποίο προέρχονται και ζουν, τι κι αν κάποιοι μαθητές μετακινούνται χιλιόμετρα καθημερινά για την πολυπόθητη γνώση, τι κι αν η ίδια η πολιτεία αφήνει σχολεία χωρίς εκπαιδευτικούς μέχρι τα Χριστούγεννα, τι κι αν η ενισχυτική διδασκαλία - απαραίτητη για τα παιδιά που δεν μπορούν να καταφύγουν σε εξωτερική βοήθεια προκειμένου να ανταποκριθούν στα ιδιαίτερα απαιτητικά θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων - είναι ανύπαρκτη! Η κατάσταση, λοιπόν, ενός ολόκληρου συστήματος -σύμφωνα με την κλασική δεξιά αντίληψη- χρεώνεται στον εργαζόμενο, και μάλιστα κρίνοντας από το αν έβαλε 8, 9 ή 20...
Όμως με όσα σαθρά επιχειρήματα και αν προσπαθήσει το υπουργείο να δικαιολογήσει τις επιλογές του η αλήθεια είναι μία: η προωθούμενη διάταξη, η σύνδεση δηλαδή της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού με τις επιδόσεις των μαθητών είναι μια βαθιά νεοφιλελεύθερη πολιτική, απόλυτα σύμφωνη με τις επιταγές του ΟΟΣΑ (φιγουράρει άλλωστε στις μέχρι τώρα εκθέσεις του), μια πολιτική η οποία όπου εφαρμόστηκε (πχ ΕΠΑ) αποτέλεσε εργαλείο για τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης . Τη σύνδεση επιδόσεων - αξιολόγησης ακολουθεί και η άμεση σύνδεση με τη χρηματοδότηση. Έτσι τα σχολεία με τις «καλές επιδόσεις» και τις αντίστοιχες «καλές αξιολογήσεις των εκπαιδευτικών» θα παίρνουν περισσότερα κονδύλια ενώ τα «κακά σχολεία» θα υποχρηματοδοτούνται, θα φυτοζωούν και σταδιακά θα κλείσουν, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Στο ίδιο αποτέλεσμα αποσκοπεί και η άλλη εξαγγελία της υπουργού -την οποία βέβαια οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι είχε προετοιμάσει- ψηφίσει η προηγούμενη κυβέρνηση, η αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Τα «καλά σχολεία» θα «τρέχουν προγράμματα» , θα οργανώνουν «καινοτόμες δράσεις», θα αξιολογούν το ένα το άλλο (κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά ίσως να προλαβαίνουν να κάνουν και λίγο μάθημα, αλλά ποιος νοιάζεται αφού οι ΜΚΟ θα ενημερώνουν τους μαθητές για τα πάντα...).Τα «κατώτερα» σχολεία και κυρίως εκείνα των οποίων οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον σημαντικό ρόλο των «δράσεων» και των ΜΚΟ στην εκπαιδευτική διαδικασία θα υποβαθμίζονται και θα κατασυκοφαντούνται.
Αλλά η αξιολόγηση/αυτοαξιολόγηση δεν είναι είναι τα μόνα ανησυχητικά στις εξαγγελίες της κυβέρνησης. Η υπουργός μίλησε  αφενός για «την προσθήκη νέων θεματικών στο σχολικό πρόγραμμα,   όπως ο εθελοντισμός, η επιχειρηματικότητα, η σεξουαλική αγωγή, η καταπολέμηση των εξαρτήσεων» και αφετέρου για «την αναμόρφωση των ήδη υπαρχόντων σχολικών προγραμμάτων» . Αλήθεια τι σημαίνει αυτό; Θα αφαιρεθούν μαθήματα και θα προστεθούν άλλα και αν ναι, ποια είναι αυτά τα μαθήματα και με ποιο κριτήριο θα γίνει η αντικατάστασή τους; Θα προστεθούν ώρες; Πού; Στο ήδη βεβαρημένο πρόγραμμα των μαθητών; Μήπως το κριτήριο για όλες αυτές τις αλλαγές είναι η έλλειψη ή η περίσσεια προσωπικού και ειδικοτήτων και όχι οι ανάγκες των μαθητών;
Τέλος, μια εξαγγελία φάντασμα από το παρελθόν, ένα μέτρο που σύσσωμη η εκπαιδευτική κοινότητα είχε καταδικάσει, έρχεται να δώσει ένα ακόμη χτύπημα στη δημόσια εκπαίδευση. Ο λόγος φυσικά για την πολυμίσητη τράπεζα θεμάτων, ένα θεσμό που στερεί από την εκπαιδευτική διαδικασία ακόμη και αυτά τα ελάχιστα ίχνη δημιουργικότητας και φαντασίας που έχουν απομείνει. Έτσι, για να εισαχθεί πλέον ένας μαθητής στα ΑΕΙ της χώρας θα πρέπει πρώτα να επιβιώσει εντός του σχολείου, περνώντας μέσα από διαδοχικές συμπληγάδες εξετάσεων και σκληρού ανταγωνισμού.



Το μήνυμα είναι καθαρό: Παιδιά από φτωχές οικογένειες, που σήμερα μετρώνται σε εκατοντάδες χιλιάδες, δεν μπορεί να τρέφουν όνειρα για σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η Τράπεζα θ(υ)μάτων είχε ως αποτέλεσμα το 2014 που εφαρμόστηκε την παραπομπή του 20% των μαθητών της Α΄ Λυκείου για το Σεπτέμβριο. 
Και η ΟΛΜΕ; Καλά για το ξεγύμνωμα και τον εξευτελισμό των νεολαίων που διαμαρτύρονταν και την άγρια καταστολή των τελευταίων ημερών δε βρήκε να πει τίποτε, αλλά ούτε και για θέματα τόσο σημαντικά για τον κλάδο έχει να πει κάτι; Δεν γνωρίζει την κατάσταση η πλειοψηφία του ΔΣ; Περιμένει τις επίσημες εξαγγελίες; Μα πόσο πιο επίσημες πια από τα χείλη της υπουργού και της υφυπουργού που τα ανακοινώνουν όπου σταθούν και όπου βρεθούν! Κρύβονται; Συναλλάσσονται; Δε φτάνει που ΔΑΚΕ-ΣΥΝΕΚ-ΠΕΚ αρνήθηκαν να ψηφίσουν την ΑΠΕΡΓΙΑ-ΑΠΟΧΗ από την αυτοαξιολόγηση στο συνέδριο της ΟΛΜΕ, δε φτάνει που επιχείρησαν να στρώσουν το έδαφος στην υπουργό προτείνοντας ως αίτημα του κλάδου - άκουσον, άκουσον! - την αυτοαξιολόγηση, δε φτάνει που τα μάζεψαν και έφυγαν στη ΓΣ προέδρων για να μην ψηφίσουν αποφάσεις που ήδη είχε ψηφίσει ο κλάδος στις ΓΣ των τοπικών ΕΛΜΕ, δε φτάνει που αποχώρησαν και από το συνέδριο της ΑΔΕΔΥ για να μην ψηφίσουν την ΑΠΕΡΓΙΑ-ΑΠΟΧΗ από την αυτοαξιολόγηση, ΠΟΣΟ ΠΙΑ ΘΑ ΞΕΠΟΥΛΑΝΕ τον κλάδο και τα αιτήματα του για προσωπικές-κομματικές επιδιώξεις;
Η Ενωτική Αριστερή Παρέμβαση εκπαιδευτικών ν. Ιωαννίνων καλεί :
- το ΔΣ της ΕΛΜΕ Ιωαννίνων να μην ακολουθήσει την τακτική της ομοσπονδίας, να πάρει ξεκάθαρα θέση καταγγέλλοντας όσα εξήγγειλε η υπουργός και να απαιτήσει από την ΟΛΜΕ συντονισμό και οργάνωση της αντίδρασης των εκπαιδευτικών
- το ΔΣ της ΟΛΜΕ να ανταποκριθεί επιτέλους στο ρόλο του και να προετοιμάσει τον κλάδο για την αντιμετώπιση της επίθεσης που ήδη συντελείται
- τον κάθε συνάδελφο και την κάθε συναδέλφισσα να συσπειρωθεί στο σωματείο και μέσα από συντονισμένη δράση να κάνουμε και αυτή την προσπάθεια του υπουργείου να αποτύχει

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2019

ΕΛΜΕ-Ι για την αναγραφή φασιστικών συνθημάτων σε σχολείο της Κόνιτσας

     Το Δ.Σ της ΕΛΜΕ–Ι καταγγέλλει την εισβολή αγνώστων στο Λύκειο της Κόνιτσας με σκοπό την αναγραφή φασιστικών συνθημάτων και συνθήματα μίσους στους τοίχους του σχολείου.



    Ενόψει των εορτασμών του πολυτεχνείου κάποιοι επιμένουν να διαστρεβλώνουν την ιστορία και με αυτόν τον ακραίο τρόπο δείχνουν την εναντίωσή τους στον εορτασμό της επετείου της εξέγερσης των Φοιτητών ενάντια στη Χούντα των Συνταγματαρχών. 
    Συγχαίρει παράλληλα την ετοιμότητα και την αντίδραση μαθήτριας η οποία με δημόσια τοποθέτησή της δήλωσε τη διαφωνία της τόσο με την ενέργεια αυτή, όσο και με το περιεχόμενο των συνθημάτων.
     Ο εκπαιδευτικός κόσμος έχει καθήκον να υπερασπίζεται τα δημοκρατικά ιδεώδη, να αντιπαλεύει με όλο του το είναι το φασισμό και τους εκφραστές του, να αγωνίζεται για την ελευθερία και την ειρήνη και να προωθεί τις αξίες της αλληλεγγύης, της συναδέλφωσης και την ελευθερία του λόγου.
       Την ώρα που ο φασισμός κάνει την επανεμφάνισή του, οποιαδήποτε ανοχή  σε οπαδούς και υμνητές του είναι επικίνδυνη. 
     Η παιδεία αποτελεί το ανάχωμα που μπορεί να αντιμετωπίσει και να εξαλείψει φασιστικές νοοτροπίες και συμπεριφορές, συμπεριφορές  που προσβάλλουν και ακυρώνουν την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη.
      Ως σωματείο, τέλος, δηλώνουμε ότι θα είμαστε απέναντι σε κάθε τέτοια ενέργεια ατόμων που σκοπό έχουν να εκφράζουν φασιστικές αντιλήψεις.

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΑΣΕΙ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ!


ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΑΣΕΙ Η ΚΡΑΤΙΚΗ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ!
ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΗΝ ΑΣΟΕΕ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ 11 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ


Επειδή η ιστορία επαναλαμβάνεται και πλησιάζει η επέτειος του Πολυτεχνείου, οι αρχές του τόπου αποφάσισαν να γράψουν για άλλη μια φορά ιστορία με τερατώδη τρόπο, που τους είναι τόσο γνώριμος.

Επενδύοντας στη νομοθέτηση της κατάργησης του ασύλου και σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να την επιβάλλουν στην πράξη ώστε να εμπεδωθεί στην κοινωνία, δεν δίστασαν να δείξουν τη δύναμη και τη διάθεση καταστολής κάθε υγιούς και αγωνιστικού κυττάρου της κοινωνίας και πρώτα του φοιτητικού κινήματος.

Του Τάσου Αναστασίου

Το πρωί της 11/11, 150 περίπου φοιτητές/ριες σπάζοντας το lock out είχαν συγκεντρωθεί στον προαύλιο χώρο της ΑΣΟΕΕ για πραγματοποίηση Γ.Σ. Ήταν μια πρώτη αντίδραση στην απαράδεκτη απόφαση της Πρυτανείας, μετά την εκκαθαριστική επιχείρηση της αστυνομίας, να κλείσει τη σχολή ενόψει της γιορτής του Πολυτεχνείου. Οι φοιτητές δέχτηκαν απρόκλητη επίθεση από διμοιρίες των ΜΑΤ που εισέβαλαν στο χώρο κάνοντας εκτεταμένη ρίψη χημικών και χρήση βίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να τραυματιστούν αρκετοί φοιτητές, ένας απ΄αυτούς να οδηγηθεί στο νοσοκομείο σοβαρά τραυματισμένος και να γίνουν προσαγωγές.

Στη συνέχεια οι φοιτητές/ριες αποκλείστηκαν για πάνω από δύο ώρες, με τα ΜΑΤ να έχουν παραταχθεί μπροστά τους και μέσα στο χώρο του Πανεπιστημίου και έχοντας αποκλείσει και τους γύρω δρόμους σε μια προσπάθεια να απωθήσουν τις εκατοντάδες αλληλέγγυου κόσμου που συνέρρεαν για συμπαράσταση από τη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση.

Μετά από διαπραγματεύσεις και κάτω από την πίεση του συγκεντρωμένου κόσμου δόθηκε εντολή να απομακρυνθούν τα ΜΑΤ από την πύλη ώστε οι φοιτητές να βγουν με ασφάλεια από το χώρο και να πραγματοποιήσουν πορεία μέχρι το Πολυτεχνείο.

Εκεί αποφασίστηκε παρέμβαση στη ΓΑΔΑ και συγκέντρωση διαμαρτυρίας για την υπεράσπιση του Ασύλου, ενάντια στην καταστολή και την προσπάθεια κατατρομοκράτησης του κινήματος, η οποία πραγματοποιήθηκε με μαζικότατη συμμετοχή.

Η Ενωτική Αριστερή Παρέμβαση Εκπαιδευτικών ΔΕ ν. Ιωαννίνων καταγγέλλει την κρατική καταστολή, τάσσεται απερίφραστα στο πλευρό των φοιτητών/ριων που υπερασπίζονται το Άσυλο και τις δημοκρατικές ελευθερίες, και καλεί τους συναδέλφους/ισσες σε θερμή συμμετοχή στις εκδηλώσεις για την επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΑΝΥΠΑΚΟΗ!

Όλοι/ες στην πορεία
ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ
18:00, Παλιό Πανεπιστήμιο (Δομπόλη)



Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2019

Η κανονικότητα προ των πυλών…


Αρχές Νοέμβρη και ενώ τα κενά στα σχολεία του νομού παραμένουν, η εκπαιδευτική κοινότητα παρακολουθεί ανάστατη τα τερτίπια με τα οποία η πολιτική ηγεσία προσπαθεί να τα μπαλώσει.
Συγκεκριμένα, με επείγον έγγραφό του το υπουργείο Παιδείας ζητάει από τους περιφερειακούς δ/ντές -σχεδόν τους μαλώνει- να είναι προσεκτικοί στον υπολογισμό των κενών, αφού πρώτα επιβεβαιώσουν με κάθε τρόπο ότι οι δ/ντές και υποδ/ντές των σχολείων καλύπτουν πλήρως το υποχρεωτικό τους ωράριο και αφού προχωρήσουν σε εξορθολογισμό των πλεοναζουσών ωρών με τις απαιτούμενες μετακινήσεις εκπαιδευτικών ακόμη και από περιοχή σε περιοχή! Το συγκεκριμένο έγγραφο σε συνδυασμό μάλιστα και με τις δηλώσεις του νέου προέδρου του ΙΕΠ ότι οι αλλαγές στην εκπαίδευση πρέπει να ξεκινήσουν από εκεί που σταμάτησαν το 2014 δε φέρνει απλά στη μνήμη μας την απόπειρα για μετακίνηση των συναδέλφων εκτός νομού Ιωαννίνων -μια απόπειρα που χάρη στη συντονισμένη αντίδραση της εκπαιδευτικής κοινότητας έμεινε στα χαρτιά- αλλά προκαλεί και μεγάλη ανησυχία στους εκπαιδευτικούς για το τι μέλλει γενέσθαι. Η ανησυχία γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς με ένα ακόμη έγγραφο το ΠΥΣΔΕ Ιωαννίνων καλεί τους συναδέλφους που αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και επιθυμούν να απαλλαγούν από τα διδακτικά τους καθήκοντα, μερικώς ή ολικώς, για λόγους υγείας, να περάσουν από την την Α/θμια Υγειονομική Επιτροπή της Π.Ε. Ιωαννίνων.
Επειδή λοιπόν από πολλά χείλη (ακόμη και από εκπροσώπους του κλάδου) θα ακουστεί η άποψη περί ορθότητας των συγκεκριμένων επιλογών αξίζει να επισημάνουμε κάποια σημεία:
  1. Το ωράριο των διευθυντών προβλέπεται από νόμο του 1985. Ο ίδιος νόμος προβλέπει και γραμματείς και βοηθητικό προσωπικό - επιστάτες στα σχολεία. Σήμερα, και ενώ έχει αυξηθεί κατά πολύ η γραφειοκρατία, στη συντριπτική πλειοψηφία των σχολείων δεν υπάρχουν ούτε γραμματείς ούτε επιστάτες. Ως συνήθως λοιπόν το υπουργείο απομονώνει εκείνο το σημείο του νόμου που κάθε φορά το εξυπηρετεί παραβλέποντας όλα τα υπόλοιπα που προβλέπουν διορισμούς και βοηθητικό προσωπικό.
  2. Η κατανόηση των προβλημάτων υγείας των συναδέλφων και η μερική ή και ολική απαλλαγή τους από τα διδακτικά τους καθήκοντα είναι θέμα ανθρωπιάς και όχι διαδικαστικό!
Η Ενωτική Αριστερή Παρέμβαση εκπαιδευτικών ΔΕ ν. Ιωαννίνων καταγγέλλει αυτή την τακτική του υπουργείου αλλά και την τοπική εκπαιδευτική ηγεσία, η οποία βιάστηκε να την υιοθετήσει. Ήδη άρχισαν να παρατηρούνται προβλήματα στα σχολεία με τις ανακατατάξεις αυτές καθώς συνάδελφοι που μέχρι τώρα είχαν πλήρες ωράριο βρέθηκαν να αναζητούν ώρες και να είναι υποψήφιοι προς μετακίνηση.
Απαιτούμε οι συνάδελφοι/ισσες που θα βρεθούν με μειωμένο ωράριο να παραμείνουν στο σχολείο τους προσφέροντας στη γραμματειακή του υποστήριξη.
Δηλώνουμε ότι κάθε απόπειρα μετακίνησης χωρίς τη θέλησή των ίδιων των συναδέλφων θα μας βρει απέναντι, και
Καλούμε τόσο το ΔΣ της ΕΛΜΕ-Ι όσο και τους αιρετούς εκπροσώπους να τοποθετηθούν ξεκάθαρα στο θέμα.